Μπορεί χώρες, πολιτικοί ηγέτες, επιστήμονες και θεωρητικοί να επιμένουν ακόμη πως για τη διατάραξη του κλίματος δεν ευθύνεται ο ανθρώπινος παράγοντας, οπότε και δεν απαιτούνται περιοριστικά μέτρα για τη δράση του,
οι περισσότερες, όμως, οντότητες ανά τη γη, πληθυσμοί, πολιτικοί και επιστημονικοί οργανισμοί, άτομα και επιμέρους σύνολα, έχουν πλέον πειστεί (στις σημερινές ΗΠΑ η κοινή γνώμη έχει κοπεί στα δύο) πως ο πλανήτης όχι μόνο κινδυνεύει σοβαρά από μια οικολογική καταστροφή μα και έχει ήδη περάσει σε μια νέα γεωλογική φάση, την Ανθρωπόκαινο. Μιλάμε για μια εποχή κατά την οποία οι ανθρώπινες δραστηριότητες έχουν καταστεί η κυρίαρχη γεωφυσική δύναμη, ικανή να μεταβάλλει το κλίμα, τη βιοποικιλότητα, τις χημικές συνθέσεις της ατμόσφαιρας και των ωκεανών, καθώς και τις ίδιες τις στρωματογραφικές αποθέσεις του πλανήτη. Κι αν δεν έχουν πάψει να εγείρονται αμφιβολίες για το αν έχουμε όντως να κάνουμε με μια νέα φάση, κι αν η επιστήμη συνεχίζει να διατυπώνει τις επιφυλάξεις της ως προς το ενδεχόμενο μιας μείζονος πλανητικής μετάβασης, κι αν δεν μπορούμε μέχρι στιγμής να βεβαιώσουμε το πότε ακριβώς ξεκίνησε η Ανθρωπόκαινος, η συζήτηση ήρθε για να μείνει και οπωσδήποτε για να μας απασχολήσει εφεξής δια βίου.
Η Μεγάλη απορρύθμιση του Amitav Ghosh, σε μετάφραση Δανάης Σιώζιου,εκδόσεις San Casciano, μιλάει ευθέως και χωρίς αναρωτήσεις για τα πάθη και για τα δεινά της Ανθρωποκαίνου, πιστεύοντας πως η κλιματική κρίση δεν είναι μόνο οικολογική ή πολιτική, αλλά πρωτίστως κρίση της φαντασίας: της αδυναμίας μας να συλλάβουμε το «αδιανόητο» ως πραγματικότητα. Ο Γκος, ινδός θεωρητικός, μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος, διακηρύσσει πως η λογοτεχνία της νεωτερικότητας, εκκινώντας από έναν ανθρωποκεντρικό ρεαλισμό, αγνόησε συστηματικά τα ακραία φυσικά φαινόμενα, τις μη ανθρώπινες δυνάμεις και την απειλή του απρόβλεπτου. Η κλιματική κρίση, ωστόσο, καθιστά αυτά τα «απίθανα» στοιχεία καθημερινότητα. Η σύγχρονη μυθοπλασία, εγκλωβισμένη στις μικροϊστορίες της ατομικής εμπειρίας, αδυνατεί να ενσωματώσει την κλίμακα και τη βία των μεταβολών που συντελούνται. Κεντρική έννοια της ανάλυσης είναι το ανοίκειο (Unheimlich σύμφωνα με το λεξιλόγιο του Μάρτιν Χάιντεγκερ) όχι ως ψυχαναλυτικό εύρημα αλλά ως υπαρξιακή εμπειρία της καινούργιας γεωλογικής συνθήκης.
Η κλιματική κρίση, γράφει ο Γκος, δεν είναι απλώς ξένη ή άγνωστη. Μας τρομάζει και μας παγώνει επειδή συμπεραίνει πως ο άνθρωπος δεν υπήρξε ποτέ μόνος, πως υπήρξε ανέκαθεν εγκλωβισμένος σε ένα πλέγμα μη ανθρώπινων δυνάμεων με δική τους βούληση, δικούς τους σκοπούς και δική τους ικανότητα δράσης. Και αυτό ακριβώς είναι που δεν κατάφερε να περάσει στο μυθιστόρημα, ακόμα και στο οικο-μυθιστόρημα. Η ευφορία της αστικής τάξης με την οποία θα γεννηθεί ως είδος το μυθιστόρημα, είναι η ευφορία και η αυτοπεποίθηση του ανθρώπου ο οποίος έχει ελέγξει θριαμβευτικά τη φύση και την έχει αφήσει μακαρίως έξω από τη διασφαλισμένη του επικράτεια. Πώς να αντέξει και πώς να υποδεχθεί το σύγχρονο μυθιστόρημα την επιστροφή του μη ανθρώπινου και δη σε οξυμένη μορφή;
Να πω πάντως πως τα ερωτήματα που θέτει εν προκειμένω ο Γκος δύσκολα βρίσκουν απάντηση. Δύσκολα μπορεί ο ίδιος να χωρέσει στην Ανθρωπόκαινο δυστοπικούς συγγραφείς όπως οι Μάργκαρετ Άτγουντ και Ρίτσαρντ Πάουερς ενώ παραβλέπει τον Κουτσί και την Τορκάτσουκ, όπου το ανθρώπινο υποκείμενο χάνει την κεντρική, τη δεσπόζουσα θέση και όπου η Ανθρωπόκαινος δεν είναι μόνο περιβαλλοντική αλλά και ανθρωπολογική κρίση.
Κατά τα άλλα, ο Γκος θα επικρίνει τον καρτεσιανό δυϊσμό και τον Διαφωτισμό, που διαχώρισαν φύση και νόηση, υποβαθμίζοντας τη φύση σε αμέτοχο υπόβαθρο. Η συμβολή του βιβλίου δεν περιορίζεται στη θεωρητική του διάσταση. Κατά πώς λέει ο συγγραφέας, η συλλογική άρνηση συνιστά εγγενές στοιχείο της σύγχρονης πολιτισμικής συνείδησης: γνωρίζουμε, αλλά δεν αντέχουμε να αλλάξουμε. Εξίσου αιχμηρή θα αποδειχθεί η σύνδεση της κλιματικής κρίσης με την αποικιοκρατία: οι κοινωνίες που ωφελήθηκαν από τη βιομηχανική ανάπτυξη είναι εκείνες που σήμερα έχουν τη μεγαλύτερη ευθύνη και την πολυτέλεια της αδιαφορίας. Η κρίση δεν είναι ουδέτερη - είναι ταξική, άνιση και γεωπολιτική. Ο Γκος μπορεί να μην προσφέρει (και να μη θέλει να προσφέρει) λύσεις - προσφέρει, όμως, μια αναγκαία μετατόπιση του βλέμματος σε μια εποχή όπου η κλιματική κρίση ετοιμάζεται πιθανώς να γίνει το νέο «κανονικό».
