είναι και τα δύο, χωρίς ωστόσο ο ίδιος να στοχεύει σε μια εξαντλητική ανάλυση. Σκοπός του εξάλλου, όπως λέει στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, είναι μια «ελικοειδής περιπλάνηση στο ελληνικό πεζογραφικό παρελθόν αρχής γενομένης από τα μέσα της έβδομης δεκαετίας του 19ου αιώνα και φτάνοντας μέχρι κάποια δείγματα του πρώτου περίπου τέταρτου του δικού μας αιώνα».
Αλλά γιατί από το 1866; Τι καινούργιο φέρνει στην επιφάνεια αυτή η περιπλάνηση; Τι εντέλει αποκαλύπτει το πολύχρωμο οκτάεδρο του συγγραφέα και κριτικού λογοτεχνίας που, εν είδει ταχυδακτυλουργικού τρικ, περιγράφει τις ιστορικές διαδρομές της ελληνικής πεζογραφίας;
Ακολουθεί η συνέντευξη του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και στη δημοσιογράφο Ελένη Μάρκου
Ερ. Πώς ξεκίνησε η ιδέα για τη συγγραφή του βιβλίου «Τα χρώματα του κύβου. Σταθμοί της ελληνικής πεζογραφίας 1866-2023»; Τι καινούργιο κομίζει;
Απ. Πρόκειται περισσότερο για μια -ας την ονομάσω έτσι- ελικοειδή περιπλάνηση στο ελληνικό πεζογραφικό παρελθόν αρχής γενομένης από τα μέσα της έβδομης δεκαετίας του 19ου αιώνα και φτάνοντας μέχρι κάποια δείγματα του πρώτου περίπου τέταρτου του δικού μας αιώνα. Χαρακτηρίζω τη γραμμή της πορείας «ελικοειδή» επειδή είναι μεν συνεχής χρονολογικά πλην δεν παρακολουθεί εξαντλητικά ούτε τα θέματα και τα πρόσωπά της ούτε τη διαδοχή των κεφαλαίων της. Επίσης, δεν είμαι φιλόλογος για να προσανατολιστώ βάσει της έρευνας σε ανατροπή καθιερωμένων παραδειγμάτων ή σε άνοιγμα θεματικών ζητημάτων. Το μόνο που μπορώ όντως να δοκιμάσω ως κριτικός είναι κάποιες επανερμηνείες, κάποιες προτάσεις για ονόματα που δεν έχουν συζητηθεί εκτεταμένα ή πρωτίστως ορισμένες αναθεωρήσεις.
Ερ. «Τα χρώματα του κύβου». Όπως λέτε και στην εισαγωγή σας, ο τίτλος παραπέμπει στις έδρες ενός οκτάεδρου χρωματιστού κύβου, κάθε έδρα (και χρώμα) του οποίου αφορά και μια από τις οκτώ ενότητες του βιβλίου σας. Γιατί διαλέξατε ένα πολύχρωμο πολύεδρο για να περιγράψετε τις ιστορικές διαδρομές της ελληνικής πεζογραφίας;
Απ. Τα χρώματα πρέπει να πω ότι δεν αντιστοιχούν σε κάποια χαρακτηριστικά της κάθε ενότητας. Η ποικιλία τους θέλει μόνο να δείξει την ποικιλία των θεμάτων και των τεχνοτροπιών σε όλες τις εποχές από τις οποίες περνά το βιβλίο. Σκοπός, να αναδειχθεί η πολυμορφία, στο θεματικό και στο τεχνικό επίπεδο, της ελληνικής πεζογραφίας σε ένα μεγάλο και κρίσιμο μέρος της πορείας της: από την ενηλικίωση της με τον Ροΐδη μέχρι κάποιες καίριες κατακτήσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου.
Ερ. Σε ποιους πιστεύετε ότι απευθύνεται το βιβλίο σας; Σε όσους έχουν εντρυφήσει στην ελληνική πεζογραφία ή και στους αναγνώστες που τώρα την ανακαλύπτουν;
Απ. Φιλοδοξία μου είναι να διαβαστεί και από μη ειδικούς, από όσους λέμε γενικό μορφωμένο κοινό, που μπορεί να παρακολουθήσει υπολογίσιμους σταθμούς της ελληνικής πεζογραφίας ή καλύτερα ορισμένες αποφασιστικές στιγμές κατά την πορεία της διαμόρφωσής της. Όσο για την αλυσιτελή διαδρομή, θα βοηθήσει πιθανόν στο να μην πλήξουν οι αναγνώστες εγκλωβισμένοι σε ένα ζήτημα ή σε ένα πρόσωπο και παρακινημένοι να δοκιμάσουν μια ελεύθερη πτήση.
Ερ. Προσωπικά ανακάλυψα ποικίλους «θησαυρούς». Έμαθα για τον Κωνσταντίνο Τσιτσελίκη, που παρά τη σπουδαιότητά του παραμένει άγνωστος (ξαναβγαίνει τώρα στην επιφάνεια, μια εκατονταετία μετά τα χρόνια της δράσης του), αλλά και για το μέχρι πολύ πρόσφατα ανέκδοτο μεταπολεμικό έργο του Καζαντζάκη «Ο ανήφορος» που περιγράφει την αγωνία του ήρωα (λογοτεχνική persona του συγγραφέα) γύρω από την ευθύνη του πνευματικού ανθρώπου. Επίσης, ανακάλυψα τη λογοτεχνία του φανταστικού του Μ. Καραγάτση, όπως το διήγημα «Ένας χαμένος κόσμος» που εξιστορεί ένα υποβρύχιο ταξίδι στη χαμένη Ατλαντίδα, αλλά και τον Γουλιέλμο Άμποτ, έναν έκκεντρο συγγραφέα της γενιάς του ‘30, που εκτός από αστρονόμος (πέρασε στη διεθνή βιβλιογραφία ως ο επιστήμονας που φωτογράφισε από τις Σπέτσες, στις 19 Αυγούστου του 1950, το πολικόν σέλας, την πρώτη επί πολλά χρόνια φωτογράφηση σέλαος σε τόσο χαμηλό γεωγραφικό πλάτος), ήταν και ένας ικανός συγγραφέας, ισάξιος με πολλά από τα ιδιαίτερα προβεβλημένα μέλη της γενιάς του. Ποιοι είναι οι δικοί σας «θησαυροί» όσον αφορά τη νεότερη και σύγχρονη ελληνική πεζογραφία;
Απ. Είναι αυτό που σας είπα πρωτύτερα για επανερμηνείες, αναθεωρήσεις και πρόσωπα ή πράγματα που δεν έχουν συζητηθεί εκτεταμένα. Και τα τρία παραδείγματα που αναφέρατε κοιτάζουν προς μια τέτοια κατεύθυνση. «Θησαυροί» για τον κριτικό που παρακολουθεί επαγγελματικά τη σύγχρονη λογοτεχνία, ένα σώμα με άλλα λόγια υπό αδιάκοπη εξέλιξη, καθώς και αδιάκοπα εν τη γενέσει του, είναι οι πιο πρόσφατες, οι τωρινές για να κυριολεκτήσω, αναζητήσεις της. Εκείνο, για παράδειγμα, που με ενδιαφέρει υπό αυτή την έννοια είναι όσα συμβαίνουν με το ιστορικό μυθιστόρημα και με τις σχέσεις πεζογραφίας και Ιστορίας. Έχουμε προχωρήσει πέρα από την ανανέωση του ιστορικού μυθιστορήματος μέσω της ιστορικής μεταμυθοπλασίας. Συγγραφείς ψάχνουν τελευταίως, τους δεσμούς της λογοτεχνικής επινόησης με την ιστορική ύλη, βασισμένοι σε δικαστικά και σε δημοσιογραφικά τεκμήρια, σε μαρτυρίες της δημόσιας ιστορίας, καθώς και σε ιστορικές φάσεις της τέχνης. Είναι σχεδόν συναρπαστικό.
Ερ. Γιατί ξεκινάτε από το 1866; Τι ορόσημο αποτελεί αυτή η χρονιά για την ελληνική πεζογραφία;
Απ. Τότε κυκλοφορεί η «Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη, που εκτινάσσει την ελληνική πεζογραφία σε πρωτοφανές (πιθανόν ακόμα και με τα σημερινά κριτήρια) επίπεδο ωριμότητας, τόσο ως προς το κοσμοείδωλο και την ειρωνεία της όσο και ως τεχνική κι ως σύνθεση. Κάτι που γίνεται αντιληπτό στον καιρό της και σε διεθνές επίπεδο, μια και τίποτε δεν είναι τυχαίο.
Ερ. Αναφέρεστε και στις απαρχές της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα με τα πρώτα δείγματα να ανιχνεύονται στον «Συμβολαιογράφο» του Αλ. Ρ. Ραγκαβή, στους «Άθλιους» του Ι. Κονδυλάκη, στη «Φόνισσα» του Α. Παπαδιαμάντη και στα διηγήματα του Βουτυρά. Ωστόσο, όπως γράφετε, δεν θα ήταν σφάλμα να ισχυριστούμε, με βάση ένα πρόσφατο ερευνητικό εύρημα, πως την επίσημη εμφάνισή της εν Ελλάδι η αστυνομική λογοτεχνία την εγκαινιάζει με ένα ανώνυμο επιφυλλιδικό μυθιστόρημα, με τίτλο «Ο Σέρλοκ Χολμς σώζων τον κ. Βενιζέλον». Αν μη τι άλλο, ο τίτλος είναι εντυπωσιακός. Θέλετε να μας μιλήσετε λίγο γι’ αυτό;
Απ. Ναι, ερευνητικά πρέπει να ισχύει ακόμη. Είναι μια αφετηρία για το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα με βρετανική μεταμφίεση. Το κείμενο δημοσιεύεται σε συνέχειες το 1913 στο εβδομαδιαίο περιοδικό ποικίλης ύλης «Ελλάς» ως μετάφραση μυθιστορήματος του διαπρεπούς Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, αλλά στην πραγματικότητα είναι μάλλον γραμμένο από τον διευθυντή του περιοδικού Σπύρο Ποταμιάνο. Είναι μια ολόκληρη ιστορία να συζητήσουμε για την πάγια τακτική τότε των ψευδομεταφράσεων.
Ερ. Στο βιβλίο, που διαβάζεται και ως μια ιστορία της λογοτεχνίας της νεότερης Ελλάδας, συχνά «επανασυστήνετε» έργα και συγγραφείς, όπως το «Μην κλαις, αγαπημένη» του Ν. Μπακόλα και άλλων. Ήταν κι αυτός ένας από τους στόχους του έργου σας; Να ξαναδιαβάσουμε, δηλαδή, κάποια έργα με μια φρέσκια ματιά;
Απ. Ακριβώς όπως το λέτε. Η επανασύσταση είναι μεταξύ των οργανικών σκοπών του βιβλίου, δείχνοντας πως η λογοτεχνία μπορεί να προκαλέσει εκ νέου την αναγνωστική όρεξη ανά πάσα στιγμή. Αρκεί το παλαιό να χωρέσει με κάποιο ή με πολλά του στοιχεία στον χρόνο του σημερινού. Τέτοιες τρύπες στον χρόνο ψάχνει και το βιβλίο.
